Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

H ελπίδα για μια επιστροφή στον κοινωνικοπολιτικό κεϋνσιανισμό της δεκαετίας του ’70, είναι μια ψευδαίσθηση.



Χρηματιστική κρίση: λυγίζοντας και διαλύοντας




του ROBERT KURZ



(www.monthlyreview.gr, 16/12/2008)


Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να προσποιούνται ότι διαχειρίζονται επιτυχώς την κρίση. Υποστηρίζουν ότι «ανορθόδοξες» κρατικές εγγυήσεις αποτελούν τα σωσίβια για την κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ενδεχομένως, μόνο ένα «στοχευμένο» πρόγραμμα με ουδέτερα, ως προς το κόστος τους, μέτρα θα αποτύχει να αποφύγει κατάρρευση της οικονομίας.Επισήμως, αυτή είναι ακόμα μια ήπια ύφεση προσδιοριζόμενη με μηδενική ή αρνητική ανάπτυξη δύο ή τριών τετραμήνων. Στην πραγματικότητα, το κράτος έχει δώσει υποσχέσεις χωρίς να διασφαλίζει τίποτα.

Η προσδοκία ότι η «οικοδόμηση εμπιστοσύνης» θα ενισχυθεί με τον τρόπο αυτό, κάνοντας αχρείαστες όλες τις εγγυήσεις, είναι ψευδής. Οι εγγυήσεις μπορεί να αναιρεθούν την κατάλληλη στιγμή. Η επονομαζόμενη πραγματική οικονομία έχει εδώ και πολύ καιρό μετατραπεί σε ένα συστατικό στοιχείο του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η πρόσφατη κρίση στην Opel δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση που οφείλεται στην ξαφνική κατάρρευση της μητρικής εταιρίας General Motors. Οι τράπεζες ωραιοποιούν τους ισολογισμούς όλων των αυτοκινητοβιομηχανιών. Τα τμήματα leasing των τραπεζών είναι επισφαλή, παράλληλα με την εμπλοκή τους στη χρηματοπιστωτική φούσκα.Αυτό αληθεύει και με τις βιομηχανικές επιχειρήσεις. Στη δεκαετία του ’80 η Siemens περιγράφονταν ειρωνικά ως μια «τράπεζα με ένα τμήμα ηλεκτρονικών». Ενώ η πιστωτική κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος είναι άμεση, η χρηματοπιστωτική κρίση αγκαλιάζει τώρα τις βιομηχανικές επιχειρήσεις σταδιακά. Μόνο για να ενισχύσει τα ισοζύγιά του, το κράτος πρέπει να εξαντλήσει τα όρια της πιστωτικής του δυνατότητας. Βέβαια, τίποτα δεν γίνεται για να προωθηθεί η πώληση ακόμα και ενός νέου αυτοκινήτου, ενός εργοστασίου ηλεκτρισμού ή ενός κομπιούτερ. Η οικονομία των ελλειμμάτων των προηγούμενων ετών επιβίωσε μόνο χάρη στις χρηματοπιστωτικές κρίσεις οι οποίες τώρα σπάζουν.

Όταν το ΔΝΤ προβλέπει τη μεγαλύτερη παγκόσμια κατάρρευση μετά το 1945, αυτό υποδεικνύει μια ύφεση η οποία ξεπερνάει τα όρια του παραδείγματος της «ήπιας ύφεσης» και καθιστά αστείο τον τρόπο σκέψης με τετράμηνα. Η καπιταλιστική προσπάθεια χρηματοπιστωτικής αναζωογόνησης κεϋνσιανού τύπου με χρήμα να διοχετεύεται στη μαύρη τρύπα του αφερέγγυου τραπεζικού συστήματος και των βιομηχανικών επιχειρήσεων, δεν είναι πλέον αρκετό.Οι εξειδικευμένες απόψεις των «σοφών της οικονομίας» υποστηρίζουν ότι η αναζωογόνηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει ήδη επιτευχθεί. Από την άλλη πλευρά, ασκείται κριτική στις κυβερνήσεις για το ανεπαρκές οικονομικό τους πρόγραμμα. Οι δημόσιες επενδύσεις και η στήριξη των ιδιωτικών επενδύσεων αναμένεται να αυξηθούν χωρίς να δίνεται σημασία στα ελλείμματα. Με δεδομένη την υφεσιακή πραγματικότητα, αυτό θα γίνει δυνατόν μόνο μέσω ενός πληθωρισμού ο οποίος πυροδοτείται μέσω της νομισματικής πολιτικής.

Επομένως, η ελπίδα για μια επιστροφή στον κοινωνικοπολιτικό κεϋνσιανισμό της δεκαετίας του ’70, είναι μια ψευδαίσθηση.Δίχως να προκαλεί έκπληξη οι «ειδικοί» θα εντείνουν ταυτόχρονα τη νεοφιλελεύθερη πολιτική για την αγορά εργασίας. Η προστασία απέναντι στις παράνομες απολύσεις θα εξαλειφθεί και τα αξιολύπητα προγράμματα για τον ελάχιστο μισθό θα αναιρεθούν. Τα επιδόματα εργασίας θα περικοπούν και θα καταργηθεί η επέκτασή τους στους μεγαλύτερους εργαζόμενους. Η υποβοήθηση του κεφαλαίου γίνεται προτεραιότητα και οι περιβαλλοντικοί στόχοι της ΕΕ περικόπτονται συμβαδίζοντας με τις απαιτήσεις των οργανώσεων των εργοδοτών. Αντί να αυξήσει το λαϊκό εισόδημα, η χρηματοδότηση από το κράτος των επενδύσεων των επιχειρήσεων αναμένεται να αναζωογονήσει τις εθνικές οικονομίες.

Το σχέδιο έχει διατυπωθεί για τη διά του κράτους επιβίωση του νεοφιλελευθερισμού διά του λυγίσματος και της διάλυσης. Αν μια τυχοδιωκτική χρηματοπιστωτική πολιτική είναι αναπόφευκτη, τότε γιατί αυτή θα πρέπει να γίνει εις βάρος των διευρυνόμενων «εργαζομένων φτωχών»; Η πολιτική ελίτ αντιμετωπίζει προβλήματα νομιμοποίησης, από την περίοδο της μείωσης της ανάπτυξης και αυτά θα εκδηλωθούν στις επόμενες εκλογές. Αν η ύφεση βαθύνει, κανένας κλασικός πελατειακός συμβιβασμός δεν θα είναι πλέον εφικτός.Επομένως, τα «κόμματα του λαού» θα δραπετεύσουν σε ένα φαντασιακό «κέντρο» το οποίο ελπίζουν ότι θα ανεχθεί τη σκληρή αντικοινωνική διαχείριση της κρίσης σφίγγοντας τα δόντια, για να μπορέσει να επιβιώσει.Το γενικό πολιτικό τοπίο αλλάζει. Οι διασώστες του συστήματος θα διαμορφώσουν μια δικομματική δεξιόστροφη συμμαχία έκτακτης ανάγκης, η οποία θα υλοποιήσει έναν παράδοξο «νεοφιλελεύθερο χρηματοπιστωτικοκεϋνσιανισμό», μέχρι το πικρό τέλος...
Περισσότερα:


http://www.lebenshaus-alb.de/magazin/005372.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: