Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Henry Giroux , ‘Οι συστημικοί διανοούμενοι αγοράζονται και πουλιούνται από τη χρηματοπιστωτική ελίτ’*





Συνέντευξη του Henry Giroux **
στον Τάσο Τσακίρογλου

Οι νεοφιλελεύθεροι πολιτισμικοί μηχανισμοί, από τα σχολεία μέχρι τα κυρίαρχα ΜΜΕ και την «κουλτούρα της οθόνης» λειτουργούν ως μηχανές απενεργοποίησης της φαντασίας.
 

Ο Ζιρού δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη λειτουργία των 
ιδεολογικών μηχανισμών του σημερινού κράτους, το οποίο, όντας σήμερα στα χέρια της χρηματοπιστωτικής ελίτ, έχει μετατρέψει την κοινωνική ζωή σε παράδεισο του νεοφιλελευθερισμού. Ο Αμερικανός διανοητής χαρακτηρίζει απαραίτητο να ξεσκεπαστούν οι ιδεολογικοί μύθοι του καζινοκαπιταλισμού, όπως τον ονομάζει, προκειμένου η Αριστερά να οικοδομήσει μια νέα αφήγηση για την κοινωνική αλλαγή.
*
• Οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού έχουν εξοστρακίσει κάθε συζήτηση για τα δημόσια αγαθά και έχουν επιβάλει την άποψή τους, ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις των περασμένων δεκαετιών είναι ασύμβατες με τη σημερινή πραγματικότητα. Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτήν τη διαστρέβλωση;
Αυτός ο τύπος επιχειρημάτων πρέπει να θεωρηθεί και να καταγγελθεί ως ένα προκάλυμμα για την επέλαση της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης, εξαιτίας της οποίας όλα τα δημόσια αγαθά, οι κοινωνικές παροχές και τα υπολείμματα του κράτους-πρόνοιας έχουν καταστραφεί. Είναι επιχειρήματα που στοχεύουν στο να νομιμοποιήσουν τις δομικές ανισότητες, να προωθήσουν το κυνήγι των ατομικών συμφερόντων ως κυρίαρχης οργανωτικής αρχής της κοινωνικής ζωής, να συντηρήσουν μια κουλτούρα αγριότητας και να αναπαράξουν μια βολική ηθική σύμφωνα με την οποία κάθε δίχτυ κοινωνικής προστασίας είναι άξιο περιφρόνησης. Επίσης, νομιμοποιούν την άποψη ότι ο καζινοκαπιταλισμός πρέπει να κυβερνά κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής και όχι απλά την οικονομία. Έτσι, αυτά τα επιχειρήματα πρέπει να αποδείξουμε ότι υπηρετούν όχι την κοινωνία ως όλο, αλλά μια μικρή ομάδα της χρηματιστικής ελίτ, η οποία δεν έχει καμία πίστη στη δημοκρατία, στην οικονομική δικαιοσύνη, στην ελευθερία και στην ισότητα. Ο νεοφιλελευθερισμός εμπλέκεται επιτυχώς σε μια πολιτική της εξαφάνισης -δηλαδή εξαλείφει εκείνες τις μνήμες της κοινωνικής ζωής, στην οποία η δικαιοσύνη, οι συλλογικοί αγώνες, η ελευθερία και η ισότητα ωφελούν και διευρύνουν την κατανόηση της δημοκρατίας. Αυτά όλα συνιστούν ένα επιχείρημα και μια λογική για τον απολυταρχισμό του 21ου αιώνα.
• Εξαιτίας της βαθιάς οικονομικής κρίσης, η Οικονομία και η ορολογία της έχουν μονοπωλήσει τη δημόσια συζήτηση σχεδόν σε κάθε χώρα. Τι σημαίνει αυτό για την πολιτισμική και κοινωνική ζωή ως σύνολο;
Πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι πολιτιστικοί μηχανισμοί που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της χρηματοπιστωτικής ελίτ είναι οι πλέον ισχυρές εκπαιδευτικές δυνάμεις και λειτουργούν σήμερα ως μια μορφή δημόσιας παιδαγωγικής, κάνοντας καθαρό ότι η μάχη των ιδεών είναι τόσο κρίσιμη όσο και η μάχη για τα οικονομικά. Όσοι αντιστέκονται σ’ αυτόν τον τύπο της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας πρέπει να δημιουργήσουν εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης και να τα χρησιμοποιούν για τη συγκρότηση μιας νέας πολιτικής γλώσσας, λεξιλογίου και κατανόησης του τι σημαίνει να αναπτύξουμε τόσο μια κριτική αφήγηση όσο και μια επεξεργασμένη ελπίδα, τέτοια που να επιτρέπει στους νέους και στους μεγαλύτερους να επινοήσουν ένα διαφορετικό μέλλον από εκείνο που οραματίζονται οι ζωντανοί-νεκροί, οι οποίοι ευδοκιμούν πάνω στη δυστυχία και τον πλούτο των άλλων. Η νεοφιλελεύθερη «κοινή λογική» πρέπει να αμφισβητηθεί στο πεδίο της ιδεολογίας και της πολιτικής και να συνοδευτεί από την αυξανόμενη δυσαρέσκεια που νιώθουν όλοι όσοι υποφέρουν εξαιτίας της βαναυσότητας και της αδικίας των μέτρων λιτότητας.
• «Η κατάρρευση των δημοσιογραφικών κανόνων δεοντολογίας βρίσκει το αντίστοιχό της στην αύξηση του πολιτικού αναλφαβητισμού στις ΗΠΑ», όπως γράφετε σ’ ένα άρθρο σας. Παρατηρούμε τα ίδια φαινόμενα στις περισσότερες χώρες. Πώς μπορούμε να υπερβούμε αυτό το πολιτιστικό και πολιτικό χάσμα των ημερών μας;
Οι νεοφιλελεύθεροι πολιτισμικοί μηχανισμοί, από τα σχολεία μέχρι τα κυρίαρχα ΜΜΕ και την «κουλτούρα της οθόνης», λειτουργούν ως μηχανές απενεργοποίησης της φαντασίας, οι οποίες διαχωρίζουν την πολιτική από την εξουσία, εξατομικεύουν το κοινωνικό, υποκαθιστούν τον πολίτη με τον πελάτη και ορίζουν την ανταλλακτική αξία ως τη μόνη αξία που έχει κάθε νόμισμα για να διαμορφώνει τις σχέσεις. Οι προοδευτικοί, οι εργαζόμενοι, οι δάσκαλοι και οι νέοι άνθρωποι πρέπει να θέτουν θέματα διαπαιδαγώγησης και εκπαίδευσης στο επίκεντρο της όποιας βιώσιμης προσέγγισης για την πολιτική.
• Και ο ρόλος της Αριστεράς;
Η Αριστερά πρέπει να ξεπεράσει την απλή αφήγηση της κριτικής και των καταγγελιών και να αναπτύξει μια γλώσσα με αναφορές στις δυνατότητες, στον σεβασμό και στην ελπίδα, τα οποία διευρύνουν το νόημα και την πιθανότητα καλλιέργειας μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας. Το κλειδί εδώ είναι η ανάπτυξη μιας πολιτικής εκπαίδευσης βασισμένης στη συμπόνια, στον σεβασμό των άλλων, στην οικονομική ισότητα και στη διεκδίκηση όχι απλώς κάποιων πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων, αλλά επίσης κοινωνικών δικαιωμάτων που συνεπάγονται απελευθέρωση από την ένδεια, την έλλειψη υγειονομικής περίθαλψης, την ανεργία και εκείνες τις συνθήκες που εξασφαλίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και παρέχουν τη δυνατότητα να μάθουμε περισσότερο πώς να διοικούμε, παρά να διοικούμαστε. Η Αριστερά πρέπει να παράξει γνώση μεστή περιεχομένου, προκειμένου να είναι κριτική και να έχει δύναμη μετασχηματισμού.
• Αυτό που έχουμε δει μέχρι τώρα στην Ελλάδα (και όχι μόνο) είναι η συνεργασία των διανοουμένων με το κράτος σε διάφορες περιόδους και υπό διαφορετικές συνθήκες. Τι γίνεται με την κριτική σκέψη και την αμφισβήτηση του συστήματος εξουσίας;
Ο νεοφιλελευθερισμός έχει δημιουργήσει όχι μόνο έναν τεράστιο μηχανισμό παιδαγωγικών σχέσεων οι οποίες ευνοούν την απορρύθμιση, τις ιδιωτικοποιήσεις, την εμπορευματοποίηση και τη στρατιωτικοποίηση της καθημερινότητας, αλλά και ένα στρατό «αντι-δημόσιων» διανοουμένων, ο οποίος λειτουργεί κατά κύριο λόγο προς το συμφέρον της κυρίαρχης εξουσίας. Αυτοί οι διανοούμενοι αγοράζονται και πουλιούνται από τη χρηματοπιστωτική ελίτ και δεν είναι τίποτα περισσότερο από ιδεολογικές μαριονέτες που χρησιμοποιούν τις ικανότητές τους για να καταστρέψουν το κοινωνικό συμβόλαιο, την κριτική σκέψη και όλους εκείνους τους κοινωνικούς θεσμούς που μπορούν να οικοδομήσουν μη εμπορευματικές αξίες και μια δημοκρατική δημόσια σφαίρα. Είναι εχθροί της δημοκρατίας και απαραίτητοι για τη δημιουργία υποκειμενικοτήτων και αξιών που πρεσβεύουν την άποψη ότι υποκείμενο της Ιστορίας είναι μάλλον το Κεφάλαιο παρά οι άνθρωποι και ότι η κατανάλωση αποτελεί τη μοναδική υποχρέωση των πολιτών. Στόχος τους είναι να νομιμοποιήσουν τις ιδεολογίες, τους τρόπους διακυβέρνησης και τις πολιτικές που αναπαράγουν τις μαζικές ανισότητες και την οδύνη για τους πολλούς και ταυτόχρονα τα υπερβολικά και επικίνδυνα προνόμια για τις επιχειρήσεις και τη χρηματοπιστωτική ελίτ.
• Άρα μιλάμε για ένα έλλειμμα διανοούμενων στην ευρύτερη Αριστερά;
Αυτό συνεπάγεται ότι η Αριστερά στις διάφορες εκδοχές της πρέπει να δημιουργήσει τους δικούς της δημόσιους διανοούμενους στην Ανώτατη Εκπαίδευση, στα εναλλακτικά ΜΜΕ και σε όλους εκείνους τους χώρους στους οποίους κυκλοφορούν τα νοήματα. Οι διανοούμενοι έχουν μιαν ευθύνη να συνδέουν τη δουλειά τους με τα σημαντικά κοινωνικά ζητήματα, να δουλεύουν μαζί με τα λαϊκά κινήματα και να συμμετέχουν στη διαμόρφωση πολιτικών που είναι προς όφελος όλων των ανθρώπων – και όχι μόνον ορισμένων.
• «Η αβεβαιότητα και η επισφάλεια τρέφουν τον φόβο και την ανασφάλεια, αντί να προάγονται οι αναγκαίες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και η πίστη σε ένα πιο δίκαιο μέλλον». Πώς μπορούμε να ανακτήσουμε το όραμα και την έμπνευση σε ένα περιβάλλον απελπισίας και φόβου;
Το μεγαλύτερα όπλα του νεοφιλελευθερισμού είναι ο φόβος και η εσωτερίκευση της δεξιάς λαϊκίστικης εκδοχής του «κοινού νου». Και τα δύο αυτά στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού πρέπει να αμφισβητηθούν, έτσι ώστε τα ιδιωτικά προβλήματα να μπορούν να μεταφραστούν σε δημόσια και οι συστημικές προσεγγίσεις και το κυρίαρχο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό λεξιλόγιο του νεοφιλελευθερισμού να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Τα υποδόρια συναισθήματα φόβου και οργής πρέπει να αναδιατυπωθούν με όρους περισσότερο πολιτικούς και ισχυρούς. Κάθε νεοφιλελεύθερη πολιτική πρέπει να αποδομηθεί, να της ασκηθεί κριτική και να αποκαλυφθεί ποια κρυμμένα ταξικά συμφέροντα εξυπηρετεί. Την ίδια ώρα, είναι κρίσιμο να αναπτύξουμε σχέσεις μεταξύ των μεμονωμένων κινημάτων, έτσι ώστε να υπερβούμε την κατακερματισμένη πολιτική που χαρακτηρίζει συχνά την αντιπολίτευση και την καθιστά αδύναμη στη μάχη για την εξουσία.
_______________________
* tvxs.gr/node/146121
** Ποιος είναι: Ο Henry Giroux είναι αμερικανός ριζοσπαστικός κοινωνικός αναλυτής έχει γεννηθεί το 1943 και είναι καθηγητής στην έδρα Πολιτιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο McMaster του Καναδά και διευθυντής του Κέντρου για τη Δημόσια Έρευνα στο ίδιο πανεπιστήμιο, ενώ θεωρείται ένας από τους πατέρες της κριτικής παιδαγωγικής. Είναι επίσης αρθρογράφος στο «Τruthout» και ιδρυτής του προγράμματος «Δημόσιοι Διανοούμενοι». Έχει γράψει περισσότερα από εξήντα βιβλία.

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Στρατηγικές χειραγώγησης και ενσωμάτωσης



Στρατηγικές χειραγώγησης και ενσωμάτωσης[1]

του Ζήση Δ. Παπαδημητρίου[2]

 

Η επιβίωση του συστήματος δεν οφείλεται πλέον στην δήθεν ιδεολογική του υπεροχή, την εσωτερική του δυναμική και στην ικανότητά του να παράγει κοινωνικό πλούτο, αλλά στις στρατηγικές χειραγώγησης των πολιτών, οι οποίες και λειτουργούν ενσωματωτικά, εμποδίζοντας έτσι τη συγκρότηση κριτικής συλλογικής κοινωνικής συνείδησης.
Ενώ το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται αντικειμενικά σε πολύ δύσκολη θέση, αντιμετωπίζοντας την πιο δεινή οικονομική, πολιτική, κοινωνική αλλά και πολιτιστική κρίση μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι δυνατότητες αμφισβήτησής του είναι ιδιαίτερα περιορισμένες, καθώς δεν φαίνεται στον ορίζοντα η όποια προοπτική συγκρότησης ιστορικού υποκειμένου που θα μπορούσε να δράσει επαναστατικά.
Η επιβίωση του συστήματος δεν οφείλεται πλέον στην δήθεν ιδεολογική του υπεροχή, την εσωτερική του δυναμική και στην ικανότητά του να παράγει κοινωνικό πλούτο, αλλά στις στρατηγικές χειραγώγησης των πολιτών, οι οποίες και λειτουργούν ενσωματωτικά, εμποδίζοντας έτσι τη συγκρότηση κριτικής συλλογικής κοινωνικής συνείδησης.
Από τους χώρους εργασίας μέχρι και τη διαμόρφωση της καθημερινότητάς τους, οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με διάφορους μηχανισμούς πλύσης εγκεφάλου, γεγονός που τους εμποδίζει να σκεφτούν συλλογικά και να αναζητήσουν από κοινού λύση στα προβλήματά τους.
Αντί του «εμείς» καλλιεργείται ένας άκρατος ατομικισμός με βάση την διακηρυγμένη άποψη της γνωστής και μη εξαιρετέας σκληροπυρηνικής νεοφιλελεύθερης πρώην πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ, ότι δεν υφίσταται κοινωνία παρά μόνον το άτομο!
Η άποψη αυτή που αποτελεί τον ιδεολογικό πυρήνα του σύγχρονου οικονομικού και πολιτικού συντηρητισμού, στοχεύει τον άνθρωπο όχι μόνον ως φορέα εργατικής δύναμης αλλά και ως κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο.
Στο επίπεδο της εργασίας και με φόβητρο τις απολύσεις, καλλιεργείται ο διαχωρισμός των in και out, των εντός και των εκτός των τειχών της επιχείρησης, τουτέστιν των εχόντων εργασία και των ανέργων, εξέλιξη που υπονομεύει κάθε ίχνος αλληλεγγύης.
Η λογική αυτή διέπει, δυστυχώς, και την πολιτική των συνδικαλιστικών ηγεσιών διεθνώς αλλά και στη χώρα μας, οι οποίες λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά ως διαμεσολαβητές μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, θυσιάζοντας έτσι τα συμφέροντα των εργαζόμενων στο βωμό της προσωπικής πολιτικής τους ανέλιξης (βουλευτές, υπουργοί κλπ.).
Η εκ των ένδον άλωση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας αποτελεί την πεμπτουσία της νέας στρατηγικής ψυχικής ενσωμάτωσης των εργαζόμενων στη λογική της επιχείρησης, γνωστή και ως „Push“, της διεθνούς εμβέλειας αμερικάνικης εταιρείας συμβούλων McKinsey.
Στόχος η «υποκειμενικοποίηση» της εργασίας, τουτέστιν η συναισθηματική ταύτιση του εργαζόμενου με την επιχείρηση, προκειμένου εθελοντικά πλέον να βελτιστοποιεί ο ίδιος τις επιδόσεις του, πάντα, εννοείται, με γνώμονα το συμφέρον της επιχείρησης!
Απώτερος σκοπός,  η εξάλειψη κάθε ίχνους υποκειμενικότητας, βασική προϋπόθεση για τη συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας των εργαζόμενων, προκειμένου να αντισταθούν στο καθεστώς εκμετάλλευσης που τους επιβάλλει το σύστημα εξουσίας.
Στην καθημερινή τους ζωή, οι άνθρωποι αποτελούν πολλαπλά αντικείμενο αποπροσανατολισμού και χειραγώγησης. Η συμπεριφορά τους, σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από ένα άκρως αδιαφανές αλλά ιδιαίτερα αποδοτικό σύστημα «αξιών», που δημιουργεί την ψευδαίσθηση  στα άτομα ότι «σκηνοθετούν» κατά το δοκούν τα ίδια τη ζωή τους, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι λειτουργούν τηλεκατευθυνόμενα.
Το εσωτερικευμένο αυτό σύστημα αξιών αφορά το σύνολο των εκδηλώσεων της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, από τον τρόπο διατροφής, το ντύσιμο, τη μουσική, τη διασκέδαση μέχρι και τη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων.
Κλασική πλέον είναι η γνωστή διαφήμιση της μπύρας Amstel «γιατί έτσι μου αρέσει» που υποδηλώνει δήθεν ελεύθερη επιλογή και όχι κατευθυνόμενη από συγκεκριμένα επιχειρησιακά συμφέροντα.
Στη χώρα μας, ειδικότερα, οι διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, διαμορφώνονται με βάση την αρχή του τυχαίου και της προχειρότητας. Μια και δεν υφίσταται ουσιαστική επικοινωνία, ολοκληρώνονται οι δήθεν επαφές και συνομιλίες με τη γνωστή αλλά και αφερέγγυα φράση «τα λέμε» ή «θα τα πούμε», τρόπος έκφρασης που παραπέμπει την ουσιαστική επικοινωνία στις γνωστές «ελληνικές καλένδες»!
Με βάση αυτό το σύστημα «αξιών» που καλλιεργεί και προωθεί το σύστημα εξουσίας, ο καθένας μας σκηνοθετεί τον εαυτό του, πιστεύοντας ότι αποτελεί κάτι το ξεχωριστό, και δεν συνειδητοποιεί ότι λειτουργεί σε τελευταία ανάλυση (ή «στην τελική», όπως εσφαλμένα λέει συνήθως η νεολαία μας) ως μάζα, ανίκανη να αναστοχαστεί στα σοβαρά γύρω από τον εαυτό της.
Αυτό επιβάλλει η κοινωνία της κατανάλωσης, της αλλοτρίωσης και της υποταγής στα κελεύσματα των ασκούντων την εξουσία. Ζούμε για να καταναλώνουμε (όσο αυτό είναι δυνατό) και καταναλώνουμε για να αισθανόμαστε ότι ζούμε.
Στο επίπεδο της ιδεολογίας καλλιεργείται  στους ανθρώπους το αίσθημα της μοναδικότητας, ενισχύοντας από κάθε άποψη τον ατομοκεντρισμό, εχθρό κάθε συλλογικότητας.
Όταν οι στρατηγικές αυτοσκηνοθέτησης δεν επαρκούν για να ενσωματώνουν σε εθελοντική βάση τους ανθρώπους, τότε παρεμβαίνει η μόνιμα ενεργοποιημένη στρατηγική της ανασφάλειας και του φόβου, μια κατάσταση που τη βιώνουμε στις μέρες εμείς οι Έλληνες έντονα στο πετσί μας.-


[1]. Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», Λάρισα, 23 Ιουλίου 2011.
[2] Ο Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου, είναι ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.